«Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει»…

black-red-apple

(σκέψεις γύρω από ένα μήλο)

 

Μεσημεράκι. Γυρνώ από τη δουλειά και ένα δευτερόλεπτο πριν βάλω το κλειδί στην κλειδαριά της εξώπορτας, ξαφνικά θυμάμαι πως δεν έχω καθόλου ψωμί να συνοδεύσει το μεσημεριανό τραπέζι. Μερικά τετράγωνα πιο πάνω από το σπίτι, απέναντι από το Δημοτικό Σχολείο, είναι ένας φούρνος μικρός, συνοικιακός. Δεν ανήκει σε καμιά μεγάλη αλυσίδα, δεν είναι café-bakery με τραπέζια-καρέκλες και με τη μυρωδιά του espresso να αιωρείται και να μπερδεύεται με αυτή του φρεσκοψημένου ψωμιού και της τραγανής τυρόπιτας. Καλά-καλά δεν έχει κάποια ιδιαίτερη επωνυμία πάνω από τη μεταλλική είσοδό του. Είναι ο φούρνος της γειτονιάς, απλός, λιτός και απέριττος. Και λίγο παραδοσιακός.

Πετάγομαι δυο λεπτά να προμηθευτώ το απαραίτητο καρβέλι. Δεν πηγαίνω συχνά, δεν είναι στο δρόμο μου όταν επιστρέφω οδηγώντας στο σπίτι, και η ιδιοκτήτρια δεν με γνωρίζει καλά. Όμως η καλημέρα (ή η καλησπέρα) που μου λέει κάθε που με βλέπει είναι πάντα αβίαστη, χαμογελαστή κι από καρδιάς. Την ώρα που πληρώνω για το ψωμί ακούω παιδικές φωνές. Μόλις έχουν σχολάσει τα παιδιά του Δημοτικού και αλαλάζουν χαρούμενα: πάει κι αυτή η σχολική ημέρα, αντίο μισητό θρανίο, αύριο πάλι. Η πόρτα του φούρνου ανοίγει και μπαίνει μέσα μια μητέρα. Το παιδί της την περιμένει στην είσοδο καρτερικά, φορτωμένο με τη σχολική του τσάντα. Παραμερίζω για να μπορέσει να πλησιάσει στον πάγκο (ο χώρος του φούρνου είναι τόσο μικρός!) και εκείνη ακουμπά πάνω στο φαρδύ ξύλο μια πλαστική σακούλα.

«Σου έφερα λίγα μήλα!» λέει στη φουρνάρισσα, και καταλαβαίνω πως της τα είχε υποσχεθεί.  Κι αμέσως μετά φεύγει, μάλλον για να προλάβει την καθημερινότητα που τρέχει.

Η σακούλα είναι μικρή, 6-7 μήλα όλα κι όλα. Η φουρνάρισσα με κοιτάζει χαμογελαστά, «Θέλεις ένα μήλο; Εγώ έχω πολλά…» μου λέει και μεμιάς τυλίγει ένα μεγάλο μήλο σε ένα χαρτί, το ίδιο χαρτί που τύλιξε και τη φρατζόλα μου. Πριν προλάβω να της απαντήσω (είχα σκοπό να αρνηθώ ευγενικά) το μήλο βρίσκεται ήδη μέσα στη σακούλα μου, να κάνει παρέα στο καρβέλι το ψωμί. Η τόσο απλή – και ταυτόχρονα τόσο ανθρώπινη και ευγενική – κίνησή της με κομπλάρει στιγμιαία. Την ευχαριστώ ντροπαλά και παίρνω το δρόμο για το σπίτι, και σκέφτομαι… σκέφτομαι…Σκέφτομαι πως η φουρνάρισσα της γειτονιάς μου θα πήγαινε το μεσημέρι στην οικογένειά της ένα μήλο λιγότερο από όσα της χάρισαν, κι αυτό γιατί προτίμησε να το προσφέρει σε εμένα. Σε εμένα που της είμαι ουσιαστικά άγνωστη, μια περαστική πελάτισσα που δεν έχει σχέσεις και που δεν βλέπει κιόλας συχνά.

Δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος να το κάνει ειδικά για μένα (δεν είναι ότι δεν μπορούσα να αγοράσω) και σίγουρα θα μπορούσε να το είχε αποφύγει. Κι όμως το έκανε. Ζεστά, φιλικά και απλόχερα. Για κείνη μπορεί να ήταν κάτι το απλό, κάτι το φυσιολογικό κι ανάξιο λόγου. Για μένα όμως ήταν κάτι ουσιαστικό, κάτι που έδειχνε καρδιά ολάνοιχτη· και τελικά, κάτι που με έβαλε σε σκέψεις. Αναρωτήθηκα πόσοι από εμάς θα έκαναν κάτι αντίστοιχο έτσι αβίαστα, και μάλιστα σε κάποιον άγνωστό τους. Ή αντίθετα, πόσοι θα επέλεγαν να πάνε όλη τη σακούλα με τα χαρισμένα μήλα κατευθείαν στο σπίτι, δίχως να κοιτάξουν δεξιά ή αριστερά (σκεπτόμενοι «γιατί να δώσω ένα μήλο από αυτά σε κάποιον, όταν μπορώ να τα έχω όλα για μένα και την οικογένειά μου;»)...

Δυστυχώς οι πιο πολλοί από εμάς έχουμε μάθει να διεκδικούμε και να παίρνουμε, σαν όλος ο κόσμος να μας χρωστά και όλα δικαιωματικά να μας ανήκουν. Στο να δίνουμε από καρδιάς – και όχι από συμφέρον – είναι που δυσκολευόμαστε. Είτε πρόκειται για μήλα, είτε για στιγμές, είτε για συναισθήματα· σπάνια μοιραζόμαστε πια. Η κυρίαρχη νοοτροπία μας; Τα δικά μου-δικά μου, και τα δικά σου-δικά μου. Κι εν τέλει όλο φτωχαίνουμε, φτωχαίνουμε καθημερινά. Γιατί τα χέρια μας μπορεί να είναι γεμάτα, οι καρδιές μας όμως όχι.

Ευτυχώς στην Ελλάδα της κρίσης πολλοί άρχισαν να σκέφτονται διαφορετικά, κι έτσι οι μοιρασιές από καρδιάς άρχισαν και πάλι να πληθαίνουν.

Έχω δύο, πάρε το ένα. Εμένα το ένα μου είναι αρκετό. Μπορεί να το χρειάζεσαι. Ακόμη κι αν δεν το χρειάζεσαι εσύ, δεν πειράζει, κάτι θα βρεις να το κάνεις, ίσως ξέρεις κάπου αλλού να το δώσεις που να το έχουν ανάγκη. Εγώ έχω πολλά. Ρούχα που περισσεύουν χαρίζονται, παιχνίδια και βιβλία των παιδιών που δεν τα χρειάζονται πια στέλνονται να χρησιμεύσουν σε νηπιαγωγεία και δημοτικά σχολεία, τοίχοι της καλοσύνης ξεφυτρώνουν παντού στις πόλεις (ακολουθώντας το παράδειγμα της πρωτοπόρου Λάρισας), καταστήματα εστίασης κρεμούν απ’ έξω το περισσευούμενο, καθαρό φαγητό για όποιον το χρειάζεται, άνθρωποι απλοί μαγειρεύουν καθημερινά για άλλους ανθρώπους που δεν έχουν τη δυνατότητα, φιλανθρωπικές δράσεις και μπαζάρ διοργανώνονται συχνότερα με σκοπό να βοηθήσουν και να ενισχύσουν φορείς, ιδρύματα και οργανώσεις στο έργο τους.

Έχω ανάγκη να χαρώ λιγάκι, βλέπω ότι την ίδια ανάγκη έχεις κι εσύ. Δεν κάνουμε κάτι παρέα; Φιλικές συναντήσεις διοργανώνονται στα σπίτια, όπου ο καθένας συνεισφέρει όπως μπορεί για το τραπέζι  («εγώ θα βάλω αυτό, εσύ αν θέλεις βοήθησέ με στο μαγείρεμα»), όλοι όμως βάζουν το χαμόγελο και μοιράζονται στιγμές και την καλή τους διάθεση. Και κάπως έτσι περνούν όμορφα τα βράδια· με μοιρασιές και μαραθώνιους ταινιών ή επιτραπέζιων παιχνιδιών με φίλους.

Ευτυχώς. Γιατί, όπως είπε και ο Τ. Λειβαδίτης, «Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει…» («Ερωτήματα», Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή «Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου»).

 

Red-Apple-Heart

Αν σας άρεσε το άρθρο μας...share:
Facebook
Twitter
Google+
http://www.makazine.gr/o-kosmos-mono-otan-ton-mirazese-yparchi/
Pinterest
LinkedIn
RSS
Follow by Email
SHARE